Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Στη σιγαλιά της νύχτας

Προδημοσίευση
από το Κοττό
του Λευκάδιου Χερν
Μετάφραση: Τέτη Σώλου
Έκδοση του Ταμείου Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, 2014



Mαύρη, κρύα και γαλήνια –τόσο μαύρη, τόσο γαλήνια που αγγίζομαι για να δω αν έχω ακόμα σώμα. Μετά ψαχουλεύω γύρω μου για να σιγουρευτώ ότι δεν είμαι κάτω από το χώμα, θαμμένος για πάντα εκεί που δεν φτάνει το φως και ο ήχος. Ένα ρολόι χτυπάει τρεις φορές. Θα ξαναδώ τον ήλιο!
Άλλη μια φορά, τουλάχιστον. Πιθανόν μερικές εκατοντάδες φορές. Αλλά θα έρθει η νύχταν που δε θα την χαράζει καμία αυγή κι η σιγαλιάν που δε θα την ταράζει κανένας ήχος.
Αυτό είναι σίγουρο. Τόσο σίγουρο όσο ότι υπάρχω.
Τίποτε άλλο δεν είναι τόσο σίγουρο. Η λογική παραπλανά, τα αισθήματα παραπλανούν, όλες οι αισθήσεις παραπλανούν. Αλλά δεν υπάρχει καμία απολύτως πλάνη στη βεβαιότητα ότι η νύχτα θα έρθει.
Αμφίβαλε για το αν η ύλη είναι πραγματική, για το αν υπάρχει άυλο, για τις θρησκείες των ανθρώπων, για τους θεούς, αμφίβαλε για το σωστό και το λάθος, για τη φιλία και την αγάπη, για το αν υπάρχει ομορφιά και τρόμος· πάντα θα απομένει κάτι για το οποίο είναι αδύνατο να αμφιβάλλεις –μία απέραντη τυφλή και μαύρη πραγματικότητα.
Το ίδιο σκοτάδι για όλους –για τα μάτια των πλασμάτων και για τα μάτια του ουρανού– η ίδια καταδίκη για όλους, έντομα και ανθρώπους, μυρμηγκοφωλιές και πόλεις, φυλές και κόσμους, ήλιους και γαλαξίες· αναπόδραστη διάλυση, εξαφάνιση και λησμονιά.
Και μάταια όλοι οι άνθρωποι παλεύουν να μη θυμούνται, να μη σκέφτονται· το πέπλο που ύφαναν οι παλιές θρησκείες για να κρύψουν το κενό σκίστηκε για πάντα, και οι πύλες του Άδη1 είναι ορθάνοιχτες μπροστά μας και η καταστροφή είναι απροκάλυπτη.
Με όση βεβαιότητα πιστεύω ότι υπάρχω, με άλλη τόση πρέπει να πιστέψω ότι θα σταματήσω να υπάρχω, πράγμα που είναι φρικτό! Αλλά, πρέπει να πιστεύω ότι στ’ αλήθεια υπάρχω;

* * *

Τη στιγμή αυτής της αναρώτησης το σκοτάδι στάθηκε γύρω μου σαν τοίχος και μίλησε:
«Εγώ δεν είμαι παρά σκοτάδι και θα περάσω. Αλλά η πραγματικότητα θα έρθει και δεν θα περάσει. Δεν είμαι παρά το σκοτάδι. Μέσα μου υπάρχουν φώτα –οι αναλαμπές εκατοντάδων εκατομμυρίων ήλιων. Μέσα μου υπάρχουν φωνές. Με τον ερχομό της πραγματικότητας δε θα υπάρχουν πια φώτα ούτε φωνές ούτε ανατολή ούτε ελπίδα. 
»Αλλά πολύ ψηλά από πάνω σου θα εξακολουθεί να υπάρχει για εκατομμύρια χρόνια ο ήλιος και ζεστασιά και νιότη και αγάπη και χαρά... Απέραντο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, ευωδιές από καλοκαιρινά λουλούδια, φωνές στα ξέφωτα και στα άλση, πεταρίσματα σκιών και τρεμοπαιξήματα φωτός, κελάρισμα των νερών και γάργαρα κοριτσίστικα γέλια. Αλλά για σένα μαυρίλα και σιωπή και κρύα, τυφλά πλάσματα».
Απάντησα:
«Σκέψεις σαν κι αυτές τώρα τις φοβάμαι. Αλλά μόνο γιατί είμαι ακόμα από τον ύπνο. Όταν το μυαλό μου ξυπνήσει, δεν θα φοβάμαι. Γιατί αυτός ο φόβος είναι μόνον ένας ζωώδης φόβος, ο βαθύς και θολός αρχέγονος φόβος, που κληρονόμησα από εκατομμύρια χρόνια ενστικτώδους ζωής... Περνάει κιόλας. Μπορώ ν’ αρχίσω να σκέφτομαι τον θάνατο σαν ύπνο χωρίς όνειρα, σαν ύπνο χωρίς την αίσθηση ούτε της χαράς ούτε του πόνου».
Το σκοτάδι ψιθύρισε:
«Τι είναι αίσθηση;»
Δεν μπορούσα να του απαντήσω και η μελαγχολία με βάρυνε ανυπόφορα κι εκείνο μίλησε:
«Δεν ξέρεις τι πάει να πει αίσθηση; Τότε πώς μπορείς να λες ότι θα υπάρχει ή δεν θα υπάρχει πόνος για το απομεινάρι σου, για τα μόρια του κορμιού σου, για τα άτομα της ψυχής σου; Άτομα! Τι είναι αυτά;»
Και πάλι δεν μπορούσα να απαντήσω και το βάρος έγινε τεράστιο –βάρος σαν πυραμίδας– και ο ψίθυρος ακούστηκε συριστικός:
«Οι αποστροφές τους; Οι έλξεις τους; Τα απαίσια αγκαλιάσματά τους και τα χοροπηδήματα; Τι είναι αυτά; Πάθη από ζωές που έγιναν στάχτη; Φρενιάσματα από ακόρεστο πόθο; Παραφορές από άσβεστο μίσος; Παραφροσύνες από το ατελείωτο μαρτύριο; Δεν ξέρεις; Αλλά λες ότι δεν θα υπάρχει πια πόνος!»
Τότε φώναξα στον λοιδωρό:
«Είμαι ξύπνιος, ξύπνιος, εντελώς ξύπνιος! Σταμάτησα να φοβάμαι. Θυμάμαι! Ό,τι ήμουν, αυτό είμαι. Πριν από τον χρόνο υπήρξα· πέρα από τους απώτατους κύκλους των αιωνιοτήτων θα διαρκέσω. Σε μυριάδες εκατομμύρια μορφές θα μεταλλαχθώ. Σαν μορφή είμαι μόνο κύμα, σαν υπόσταση είμαι θάλασσα. Θάλασσα χωρίς ακρογιαλιά είμαι. Η αμφιβολία, ο φόβος και ο πόνος δεν είναι παρά σκοτεινές κηλίδες στην επιφάνεια του βάθους μου, που χάνονται γρήγορα... Όταν κοιμάμαι, ατενίζω την ψευδαίσθηση του χρόνου, αλλά όταν ξυπνάω, ξέρω ότι είμαι αιώνιος. Είμαι ένα με τη ζωή που δεν έχει ούτε μορφή ούτε όνομα, είμαι ένα με όλα όσα αρχίζουν και τελειώνουν –ακόμα και με τον τάφο και τον νεκροθαφτη, το πτώμα και το σκουλίκι...

* * *

Ένα σπουργίτι τιτίβισε στη στέγη και κάποιο άλλο απάντησε. Τα σχήματα των πραγμάτων άρχισαν να γίνονται ξεκάθαρα μ’ ένα απαλό γκρίζο φως και το σκοτάδι σιγά σιγά φωτίστηκε. Το μουρμουρητό της πόλης που ξυπνάει έφτασε στ’ αυτιά μου, μεγάλωσε και πολλαπλασιάστηκε. Και η θαμπάδα ξεπλύθηκε.
Τότε βγήκε ο όμορφος και ιερός ήλιος, ο παντοδύναμος αφυπνιστής, ο παντοδύναμος καταλύτης, σύμβολο ανυπέρβλητο της ατελεύτητης ζωής, που οι δυνάμεις της είναι και δικές μου!


Copyright© Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, Τέτη Σώλου, 2014
All rights reserved

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η ιστορία του Μίμι-νάσι-Χόιτσι

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Πριν από εφτακόσια χρόνια στο Νταν-νο-ούρα, στο θαλάσσιο στενό του Σιμονοσέκι, δόθηκε η τελευταία μάχη του μακροχρόνιου αγώνα ανάμεσα στους Χεϊκέ ή φυλή των Ταΐρα και στους Γκέντζι ή φυλή των Μιναμότο. Εκεί όλοι οι Χεϊκέ αφανίστηκαν, και μαζί οι γυναίκες, τα παιδιά τους και ο ανήλικος αυτοκράτοράς τους, ο Αντόκου τεννό. Η θάλασσα και η ακτή εδώ και εφτακόσια χρόνια έχουν στοιχειώσει. Σας έχω μιλήσει για τα παράξενα καβούρια που υπάρχουν εκεί, τα καβούρια Χεϊκέ, που στις ράχες τους έχουν ανθρώπινα πρόσωπα και που λέγεται ότι είναι τα πνεύματα των πολεμιστών Χεϊκέ (1).
Πολλά είναι τα αλλόκοτα που μπορεί κανείς να δει και ν’ ακούσει σ’ εκείνη την ακτή. Τις σκοτεινές νύχτες εκατοντάδες απόκοσμες φωτιές μετεωρίζονται πάνω από την αμμουδιά ή γοργοπετούν πάνω από τα κύματα· χλωμά φώτα που οι ψαράδες αποκαλούν όνι-μπι, δηλαδή δαιμονικές φωτιές. Και όποτε δυναμώνει ο αέρας, ανεβαίνει από τη θάλασσα ένας αχός καμωμένος από κραυγές σαν οχλοβοή μάχης.
Τα παλιά χρόνια τα πνεύματα των Χεϊκέ ήταν πολύ πιο ανήσυχα απ’ ότι είναι τώρα. Τις νύχτες αναδύονταν και προσπαθούσαν να βουλιάξουν τα περαστικά πλοία και πάντα γύρευαν κολυμβητές για να τους τραβήξουν στο βυθό. Για να κατευναστούν τα πνεύματα των νεκρών, όπως το θέλει η τάξη, χτίστηκε στο Ακαμαγκασέκι (2) ο βουδιστικός ναός Αμίντατζι. Φτιάχτηκε κι ένα νεκροταφείο κοντά στην ακτή, στο οποίο ανεγέρθηκαν μνημεία με τα ονόματα του πνιγμένου αυτοκράτορα και των επιφανών υπηκόων του και γίνονταν τακτικά βουδιστικές τελετές για την ανάπαυση των ψυχών τους. Ύστερα από την ανέγερση του ναού και των μνημείων τα πνεύματα των Χεϊκέ δεν δημιουργούσαν πια τόσα προβλήματα, συνέχισαν, όμως, να κάνουν κατά διαστήματα περίεργα πράγματα, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δεν είχαν βρει τη γαλήνη.

Πριν από μερικές εκατοντάδες χρόνια ζούσε στο Ακαμαγκασέκι ένας τυφλός, που λεγόταν Χόιτσι και ήταν ξακουστός για τη δεξιοτεχνία του στην απαγγελία και στο παίξιμο του μπίβα (3). Από τα παιδικά του χρόνια είχε εκπαιδευτεί να απαγγέλει και να παίζει, και ήταν ακόμα πολύ νέος, όταν ξεπέρασε τους δασκάλους του. Σαν επαγγελματίας μπίβα-χόσι απέκτησε μεγάλη φήμη κυρίως για την απαγγελία της ιστορίας των Χεϊκέ και των Γκέντζι, και λέγεται πως όταν τραγουδούσε τη ραψωδία της μάχης Νταν-νο-ούρα, ακόμα και τα τελώνια (κιτζίν) δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκριά τους. 
Στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του ο Χόιτσι ήταν πολύ φτωχός, βρήκε όμως έναν καλό φίλο που τον βοήθησε. Ο ιερέας του Αμίντατζι αγαπούσε την ποίηση και τη μουσική και προσκαλούσε συχνά τον Χόιτσι στον ναό για να παίξει και να απαγγείλει. Εντυπωσιασμένος από την εκπληκτική δεξιοτεχνία του νέου, ο ιερέας αργότερα του πρότεινε να μείνει στον ναό σαν στο σπίτι του, προσφορά που έγινε δεκτή με ευγνωμοσύνη. Ο ιερέας παραχώρησε στον Χόιτσι ένα δωμάτιο και το μόνο που ζήτησε για ανταπόδωση της στέγης και της τροφής που του πρόσφερε ήταν να τον ευφραίνει με την τέχνη του κάποια βράδια, που δεν είχε άλλες υποχρεώσεις. 

Μια καλοκαιριάτικη νύχτα ο ιερέας έφυγε για να τελέσει μια βουδιστική ακολουθία στην κατοικία ενός ενορίτη που πέθανε. Πήγε εκεί με τον μαθητευόμενό του, αφήνοντας τον Χόιτσι μονάχο στον ναό. Η νύχτα ήταν πολύ ζεστή και ο τυφλός βγήκε για να δροσιστεί στον εξώστη μπροστά από το δωμάτιό του. Ο εξώστης έβλεπε σ’ έναν μικρό κήπο στο πίσω μέρος του Αμίντατζι. Εκεί περίμενε ο Χόιτσι την επιστροφή του ιερέα και ανακούφιζε τη μοναξιά του παίζοντας μπίβα. Πέρασαν τα μεσάνυχτα, αλλά ο ιερέας δε φάνηκε. Έκανε ακόμα πολλή ζέστη και μέσα στο δωμάτιό του θα ήταν αποπνικτικά, έτσι ο Χόιτσι έμεινε έξω. Επιτέλους, άκουσε βήματα να πλησιάζουν από την πίσω πόρτα. Κάποιος διέσχισε τον κήπο, κατευθύνθηκε προς τον εξώστη και σταμάτησε ακριβώς μπροστά του· αλλά δεν ήταν ο ιερέας.
Μια βαριά φωνή φώναξε τον τυφλό άντρα με τ’ όνομά του –τραχιά και απότομα, με τον τρόπο που οι σαμουράι καλούν κάποιον κατώτερο. 
«Χόιτσι!»
Ο Χόιτσι ξαφνιάστηκε για μια στιγμή και δεν απάντησε, αλλά η φωνή τον κάλεσε και πάλι με τραχύ, προστακτικό τόνο:
«Χόιτσι!»
«Χάι!», απάντησε ο τυφλός φοβισμένος από την απειλητική φωνή. «Είμαι τυφλός. Δεν ξέρω ποιος με φωνάζει!»
«Μη φοβάσαι», αποκρίθηκε ο ξένος μιλώντας πιο ευγενικά. «Έρχομαι στον ναό σταλμένος σ’ εσένα για να σου φέρω ένα μήνυμα. Ο κύριός μου, ένα πρόσωπο ιδιαίτερα υψηλής αξίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης, μένει τώρα στο Ακαμαγκασέκι με πολλούς ευγενείς ακολούθους. Επιθυμούσε να δει το πεδίο της μάχης του Νταν-νο-ούρα και σήμερα το επισκέφθηκε. Έμαθε ότι απαγγέλεις με δεξιοτεχνία το ιστορικό της μάχης και επιθυμεί να ακούσει την απαγγελία σου. Λοιπόν, πάρε το μπίβα σου κι έλα αμέσως μαζί μου στον οίκο, όπου αναμένει η αξιοσέβαστη ομήγυρη.
Εκείνα τα χρόνια ήταν απερίσκεπτο να παρακούσεις την προσταγή ενός σαμουράι. Ο Χόιτσι έβαλε τα σανδάλια του, πήρε το μπίβα του κι έφυγε με τον ξένο, ο οποίος ναι μεν τον οδηγούσε επιδέξια, αλλά τον υποχρέωνε να περπατάει πολύ γρήγορα. Το χέρι που τον οδηγούσε ήταν σιδερένιο και ο ήχος των βημάτων του πολεμιστή φανέρωνε ότι ήταν αρματωμένος –πιθανόν ήταν κάποιο μέλος της ανακτορικής φρουράς.

Οι πρώτες ανησυχίες του Χόιτσι εξαφανίστηκαν. Άρχισε να φαντάζεται ότι του χαμογέλασε η τύχη· θυμήθηκε τη δήλωση του σαμουράι για κάποιο πρόσωπο «ιδιαίτερα υψηλής αξίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης» και σκέφτηκε ότι ο άρχοντας που ήθελε να τον ακούσει δε θα μπορούσε να είναι τίποτα λιγότερο από κάποιον σπουδαίο νταϊμυό. Ο σαμουράι σταμάτησε. Ο Χόιτσι κατάλαβε ότι είχαν φτάσει μπροστά σε μια μεγάλη πύλη και παραξενεύτηκε γιατί σ’ εκείνο το μέρος της πόλης δεν θυμόταν άλλη μεγάλη πύλη εκτός από την πύλη του Αμίντατζι. 
«Κάιμον! (4)» φώναξε ο σαμουράι.
Ακούστηκε το τράβηγμα της αμπάρας και οι δύο άντρες πέρασαν μέσα. Διέσχισαν έναν κήπο και σταμάτησαν ξανά μπροστά σε μια είσοδο. Ο σαμουράι φώναξε δυνατά: «Ε, εκεί μέσα! Έφερα τον Χόιτσι». Αμέσως ακούστηκαν πόδια να τρέχουν, παραπετάσματα να τραβιούνται, πόρτες ν’ ανοίγουν και γυναίκες να συνομιλούν. Από την ομιλία τους ο Χόιτσι κατάλαβε ότι ανήκαν σε κάποιο αρχοντικό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Δεν του άφησαν πολύ χρόνο για να κάνει υποθέσεις. Αφού τον βοήθησαν ν’ ανέβει κάμποσα πέτρινα σκαλοπάτια, στο τελευταίο από τα οποία του ζήτησαν ν’ αφήσει τα σανδάλια του, ένα γυναικείο χέρι τον οδήγησε να βαδίσει ατέλειωτα μέτρα πάνω σε καλογυαλισμένα ξύλινα πατώματα, να στρίψει σε γωνίες πάρα πολλές για να τις θυμάται, να περπατήσει πάνω σε διαδρόμους στρωμένους με χαλιά, μέχρι να φτάσουν στο κέντρο κάποιας τεράστιας αίθουσας. Κατάλαβε ότι εκεί ήταν μαζεμένοι πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι· το θρόισμα του μεταξιού έμοιαζε με το θρόισμα των φύλλων του δάσους. Άκουσε ακόμα βουητό από μουρμουρίσματα –ο τρόπος ομιλίας ήταν ανακτορικός.
Είπαν στον Χόιτσι να καθίσει αναπαυτικά. Βρήκε το μαξιλάρι γονυκλισίας που του είχαν ετοιμάσει. Αφού βολεύτηκε πάνω του και κούρδισε το όργανό του, η γυναικεία φωνή –για την οποία μάντευε ότι ανήκε στη ρότζο, δηλαδή στη σεβάσμια δέσποινα, την υπεύθυνη για το γυναικείο προσωπικό– του απευθύνθηκε λέγοντας:
«Και τώρα ζητούμε την απαγγελία της ιστορίας των Χεϊκέ με τη συνοδεία του μπίβα».
Ολόκληρη η απαγγελία μπορούσε να κρατήσει αρκετές νύχτες, γι’ αυτό ο Χόιτσι ρώτησε:
«Μια και ολόκληρη η ιστορία δεν λέγεται σύντομα, ποιο τμήμα της επιθυμείτε ν’ απαγγείλω;» 
Η γυναικεία φωνή απάντησε: «Απάγγειλε τη ραψωδία της μάχης στο Νταν-νο-ούρα, γιατί ο πόνος της είναι βαθύτατος (5)».

Ο Χόιτσι ύψωσε τη φωνή του κι έψαλε τη ραψωδία για τη μάχη στην πικρή θάλασσα, κάνοντας το μπίβα του ν’ ακούγεται σαν το χτύπημα των κουπιών και την εφόρμηση των πλοίων, σαν το βούισμα και το σφύριγμα των βελών, σαν τις κραυγές και το ποδοβολητό των αντρών, σαν τον κρότο του ατσαλιού πάνω στα κράνη και σαν τον παφλασμό των σφαγιασμένων που έπεφταν στο νερό.
Στις ανάπαυλες του παιξιματός του άκουγε αριστερά και δεξιά του φωνές να μουρμουρίζουν εγκώμια: «Τι εκπληκτικός καλλιτέχνης!» «Ποτέ στον τόπο μας δεν ακούστηκε τέτοιο παίξιμο!» «Σε ολόκληρη την αυτοκρατορία δεν υπάρχει άλλος ψαλμωδός σαν τον Χόιτσι!»
Τα λόγια αυτά του έδωσαν καινούργιο θάρρος κι έπαιξε και τραγούδησε καλύτερα από πριν· γύρω του απλωνόταν μια σιωπή γεμάτη θαυμασμό. Όταν όμως άρχισε να λέει για τη μοίρα των αθώων και των αδύναμων –για τη θλιβερή σφαγή των γυναικών και των παιδιών και για το θανάσιμο άλμα της Νιι-νο-Άμα, με τον αυτοκράτορα παιδί στην αγκαλιά της– τότε όλοι οι ακροατές ταυτόχρονα έβγαλαν μια μακρόσυρτη και ανατριχιαστική κραυγή οδύνης. Στη συνέχεια έκλαιγαν και θρηνούσαν τόσο δυνατά και τόσο άγρια, που ο τυφλός φοβήθηκε την παραφορά και τη θλίψη που είχε προκαλέσει. Ο θρήνος και ο κοπετός συνεχίστηκαν για πολλή ώρα. Σιγά σιγά τα μοιρολόγια σταμάτησαν και στη βαριά σιωπή που ακολούθησε, ο Χόιτσι άκουσε τη φωνή της γυναίκας, που πίστευε ότι ήταν η ρότζο να λέει:  
«Παρ’ όλο που μας είχαν διαβεβαιώσει ότι είσαι προικισμένος δεξιοτέχνης του μπίβα και ότι δεν υπάρχει όμοιός σου στην απαγγελία, δεν γνωρίζαμε ότι κάποιος μπορούσε ν’ αποδειχτεί τόσο ικανός, όσο αποδείχτηκες εσύ απόψε. Ο άρχοντάς μας ευαρεστήθηκε να πει ότι προτίθεται να σου παραχωρήσει μια ταιριαστή ανταμοιβή. Επιθυμεί, όμως, να ερμηνεύσεις μπροστά του κάθε νύχτα, για τις επόμενες έξι νύχτες, μετά από τις οποίες θα ξεκινήσει το αξιοσέβαστο ταξίδι επιστροφής του. Αύριο το βράδυ, συνεπώς, θα έρθεις εδώ την ίδια ώρα. Ο πιστός υπηρέτης που σε οδήγησε απόψε, θα σε οδηγήσει και αύριο. Υπάρχει ακόμα ένα ζήτημα το οποίο έχω εντολή να σου γνωστοποιήσω. Δεν πρέπει να μιλήσεις σε κανέναν για τις επισκέψεις σου εδώ, όσο διαρκεί η αξιοσέβαστη παραμονή του άρχοντά μας στο Ακαμαγκασέκι. Καθώς ταξιδεύει χωρίς να φανερώνει την ταυτότητά του (6), πρόσταξε να μη γίνει καμία αναφορά. Και τώρα είσαι ελεύθερος να επιστρέψεις στο ναό σου».
Αφού ο Χόιτσι υπέβαλε τις ευχαριστίες του με τον πρέποντα τρόπο, ένα γυναικείο χέρι τον συνόδευσε ως την είσοδο του σπιτιού, όπου ο ίδιος σαμουράι, που τον είχε οδηγήσει προηγουμένως, περίμενε για να τον γυρίσει πίσω. Τον οδήγησε στον εξώστη στο πίσω μέρος του ναού κι εκεί τον αποχαιρέτησε. 


Είχε σχεδόν χαράξει, όταν γύρισε ο Χόιτσι, αλλά η απουσία του από το ναό δεν είχε γίνει αντιληπτή. Όταν επέστρεψε ο ιερέας, η ώρα ήταν περασμένη και νόμισε ότι ο Χόιτσι κοιμόταν. Στη διάρκεια της ημέρας ο Χόιτσι μπόρεσε ν’ αναπαυθεί λιγάκι και δεν μίλησε σε κανέναν για την παράξενη περιπέτειά του. Τα μεσάνυχτα ο σαμουράι ξαναήρθε και τον οδήγησε στην αξιοσέβαστη ομήγυρη, όπου έκανε ακόμα μία απαγγελία με την ίδια επιτυχία που είχε και η προηγούμενη ερμηνεία του. Αλλά κατά τη διάρκεια της δεύτερης επίσκεψής του, η απουσία του από το ναό συμπτωματικά ανακαλύφθηκε, και μετά την επιστροφή του το πρωί, κλήθηκε να παρουσιαστεί στον ιερέα, ο οποίος του είπε σε τόνο ευγενικής επίπληξης:
«Ανησυχήσαμε πάρα πολύ για σένα, φίλε Χόιτσι. Είναι επικίνδυνο να βγαίνεις έξω μόνος τόσο αργά. Γιατί δεν μας είπες τίποτα; Θα είχα διατάξει έναν υπηρέτη να σε συνοδεύσει. Πού είχες πάει;»
Ο Χόιτσι αποκρίθηκε με υπεκφυγές. 
«Συγχώρεσέ με, ευγενικέ φίλε! Έπρεπε να φροντίσω κάποια προσωπική υπόθεση και δεν μπορούσα να το κάνω άλλη ώρα».
Ο ιερέας αισθάνθηκε περισσότερο έκπληξη παρά λύπη από την απροθυμία του Χόιτσι να μιλήσει· κατάλαβε ότι ήταν ασυνήθιστη και υποπτεύθηκε ότι συνέβαινε κάτι κακό. Φοβήθηκε ότι κάποια κακά πνεύματα είχαν κάνει μάγια ή είχαν ξεγελάσει τον τυφλό νέο. Δεν έκανε άλλες ερωτήσεις, αλλά έδωσε κρυφά οδηγίες στους υπηρέτες του ναού να προσέχουν τις κινήσεις του και να τον ακολουθήσουν σε περίπτωση που έφευγε ξανά νύχτα από το ναό.

Την επόμενη, μόλις οι υπηρέτες είδαν τον Χόιτσι να φεύγει από τον ναό, άναψαν αμέσως τα φανάρια τους και τον ακολούθησαν. Αλλά η νύχτα ήταν βροχερή και σκοτεινή και προτού οι υπηρέτες προφτάσουν να βγουν στον δρόμο, ο Χόιτσι είχε εξαφανιστεί. Ήταν ολοφάνερο ότι περπατούσε πολύ γρήγορα, πράγμα παράξενο αν λογαριάσουμε ότι ήταν τυφλός και ότι ο δρόμος ήταν σε κακή κατάσταση. Οι υπηρέτες έτρεξαν, ρώτησαν σε όλα τα σπίτια που συνήθως επισκεπτόταν ο Χόιτσι, αλλά δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτα. Καθώς, όμως, επέστρεφαν στον ναό από το δρόμο της παραλίας, ξαφνιάστηκαν από το άκουσμα του μπίβα, που έπαιζε ξέφρενα στο νεκροταφείο του Αμίντατζι. Εκτός από μερικές απόκοσμες φωτιές, σαν αυτές που συνήθως γοργοπετούσαν εκεί τις σκοτεινές νύχτες, όλα ήταν θεοσκότεινα προς εκείνο το μέρος. Οι άντρες έτρεξαν αμέσως στο νεκροταφείο, κι εκεί, με τη βοήθεια των φαναριών τους, βρήκαν τον Χόιτσι να κάθεται μόνος στη βροχή μπροστά στην επιτύμβια στήλη του Αντόκου τεννό, παίζοντας το μπίβα του και ψάλλοντας δυνατά τη ραψωδία της μάχης του Νταν-νο-ούρα. Πίσω του, γύρω του και παντού πάνω από τους τάφους οι φωτιές των νεκρών έκαιγαν σαν καντήλια. Ποτέ άλλοτε δεν είχε εμφανιστεί σε μάτια θνητών ένα τόσο μεγάλο πλήθος όνι-μπι.
«Χόιτσι-σαν! Χόιτσι-σαν!» φώναξαν οι υπηρέτες. «Σου έχουν κάνει μάγια, Χόιτσι-σαν!»
Αλλά ο τυφλός δε φαινόταν να τους ακούει. Ακούραστα έκανε το μπίβα του να ηχεί σαν κροτάλισμα, σαν κουδούνισμα και σαν κλαγγή κι έψαλλε όλο και πιο άγρια τη ραψωδία της μάχης του Νταν-νο-ούρα.
Τον έπιασαν και φώναξαν μέσα στο αυτί του: «Χόιτσι-σαν! Χόιτσι-σαν! Έλα αμέσως μαζί μας!»
Εκείνος τους μίλησε επιτιμητικά: «Είναι ανεπίτρεπτο να με διακόπτετε με τέτοιον τρόπο ενώπιον αυτής της αξιοσέβαστης ομήγυρης».
Παρ’ όλη την παραδοξότητα του πράγματος, στο άκουσμα αυτό οι υπηρέτες δεν μπόρεσαν να μην γελάσουν. Βέβαιοι ότι είχε πέσει θύμα μαγείας, τον άρπαξαν, τον στήριξαν στα πόδια του και τον εξανάγκασαν να γυρίσει στο ναό, όπου με εντολή του ιερέα τού έβγαλαν αμέσως τα βρεγμένα ρούχα. Κατόπιν ο ιερέας ζήτησε επίμονα ξεκάθαρες εξηγήσεις για την ακατανόητη συμπεριφορά του φίλου του.
Για πολλή ώρα Χόιτσι δίσταζε να μιλήσει. Στο τέλος όμως, καταλαβαίνοντας ότι η συμπεριφορά του είχε αναστατώσει και θυμώσει τον καλό ιερέα, άφησε τις επιφυλάξεις του και εξιστόρησε όλα όσα είχαν συμβεί από την πρώτη στιγμή της επίσκεψης του σαμουράι.
Ο ιερέας είπε: «Χόιτσι, φτωχέ μου φίλε, βρίσκεσαι σε μεγάλο κίνδυνο! Τι κρίμα να μην μου τα έχεις πει όλα από την αρχή! Η θαυμάσια δεξιοτεχνία σου σ’ έχει βάλει σε αλλόκοτα προβλήματα. Για την ώρα πρέπει να ξέρεις ότι δεν επισκέφθηκες κανένα απολύτως σπίτι, αλλά πέρασες τις νύχτες σου στο νεκροταφείο, ανάμεσα στους τάφους των Χεϊκέ. Οι άνθρωποί μας σε βρήκαν απόψε καθισμένο στη βροχή μπροστά στην επιτύμβια στήλη του Αντόκου τεννό. Αυτά που φαντάστηκες ήταν ψευδαισθήσεις· όλα, εκτός από το κάλεσμα των νεκρών. Μια φορά αν τους υπακούσεις, υποτάσσεσαι στη δύναμή τους. Αν τους υπακούσεις ξανά, ύστερα από αυτά που έγιναν, θα σε κομματιάσουν. Αλλά αργά ή γρήγορα θα σε αφάνιζαν... Τώρα, δεν μπορώ να μείνω μαζί σου απόψε. Μ’ έχουν καλέσει να τελέσω μία λειτουργία. Αλλά προτού φύγω, είναι ανάγκη να προστατεύσουμε το σώμα σου γράφοντας πάνω του ιερά κείμενα».
Προτού πέσει ο ήλιος, ο ιερέας και ο βοηθός του έγδυσαν τον Χόιτσι. Έπειτα με τα πινέλα καλλιγραφίας τους έγραψαν πάνω στο στήθος και στην πλάτη του, στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στον λαιμό του, στα χέρια και στα πόδια του, ακόμα και στις πατούσες του και σε όλα τα μέρη του σώματός του κείμενα από το ιερό σούτρα  που λέγεται Χάννυα-Σιν-Κυό (7). Όταν τελείωσαν, ο ιερέας έδωσε οδηγίες στον Χόιτσι λέγοντάς του:
«Απόψε, μόλις φύγω, πρέπει να καθίσεις στον εξώστη και να περιμένεις. Θα σε καλέσουν. Αλλά, ό,τι και να γίνει, να μην απαντήσεις και να μην κινηθείς. Να μην μιλήσεις καθόλου και να καθίσεις ακίνητος σαν να διαλογίζεσαι. Αν κάνεις την παραμικρή κίνηση ή τον παραμικρό θόρυβο, θα γίνεις κομμάτια. Μην φοβηθείς, αλλά και μην διανοηθείς να ζητήσεις βοήθεια, γιατί καμία βοήθεια δεν μπορεί να σε σώσει. Αν κάνεις ακριβώς όπως σου λέω, ο κίνδυνος θα περάσει και δεν θα έχεις κανέναν φόβο πια».

Όταν έπεσε το σκοτάδι, ο ιερέας και ο βοηθός του έφυγαν. Ο Χόιτσι ακολουθώντας τις οδηγίες κάθισε στον εξώστη. Ακούμπησε το μπίβα δίπλα του και παίρνοντας στάση διαλογισμού έμεινε αμίλητος, προσέχοντας να μην βήξει και να μην ανασαίνει δυνατά. Έμεινε έτσι για ώρες.
Τότε άκουσε από τον δρόμο τα βήματα να έρχονται. Πέρασαν την πύλη, διέσχισαν τον κήπο, πλησίασαν στον εξώστη και σταμάτησαν ακριβώς μπροστά του.
«Χόιτσι!» κάλεσε η τραχιά φωνή. Αλλά ο τυφλός κράτησε την αναπνοή του κι έμεινε ακίνητος.
«Χόιτσι!» κάλεσε με πείσμα η φωνή για δεύτερη φορά. Και την τρίτη φορά άγρια: «Χόιτσι!»
Ο Χόιτσι έμεινε ακίνητος σαν βράχος και η φωνή θύμωσε: «Καμία απάντηση. Δεν μπορεί. Πρέπει να τον βρω».
Τα βαριά βήματα ακούστηκαν να ανεβαίνουν στον εξώστη. Τα πόδια τον πλησίασαν και στάθηκαν δίπλα του. Έπειτα για μερικά ατελείωτα λεπτά, που στη διάρκειά τους ο Χόιτσι αισθανόταν όλο το σώμα του να τραντάζεται από τα χτυπήματα της καρδιάς του, έπεσε σιωπή τάφου. 
Τέλος η τραχιά φωνή κοντά του μουρμούρισε: «Να το μπίβα, αλλά από τον παίκτη του μπίβα βλέπω μόνο δύο αυτιά... Να γιατί δεν απαντάει. Δεν έχει στόμα για να μιλήσει. Δεν απόμεινε απ’ αυτόν τίποτα άλλο παρά μόνο τα αυτιά του... Θα τα πάω στον άρχοντά μου για να του αποδείξω ότι υπάκουσα στις αξιοσέβαστες προσταγές του, όσο ήταν μπορετό».
Εκείνη τη στιγμή ο Χόιτσι ένιωσε τα σιδερένια δάχτυλα να γραπώνουν τ’ αυτιά του και να τα ξεκολλούν. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος, αλλά δεν έβγαλε άχνα. Τα βαριά βήματα απομακρύνθηκαν από τον εξώστη, κατέβηκαν στον κήπο, πέρασαν στο δρόμο κι έσβησαν. Και από τις δύο πλευρές του κεφαλιού του ο τυφλός αισθάνθηκε να τρέχουν πηχτά, ζεστά ρυάκια, αλλά δεν τόλμησε να σηκώσει τα χέρια του...
Ο ιερέας επέστρεψε πριν χαράξει. Έτρεξε στον εξώστη, προχώρησε και γλίστρησε πάνω σε κάτι υγρό. Έβγαλε μία κραυγή φρίκης, γιατί στο φως του φαναριού του είδε ότι ήταν αίμα. Αντιλήφθηκε ότι ο Χόιτσι καθόταν εκεί, σε στάση διαλογισμού, ενώ το αίμα κυλούσε από τις πληγές του.  
«Φτωχέ μου Χόιτσι!» φώναξε ο ιερέας ξαφνιασμένος. «Τι είναι αυτό; Είσαι πληγωμένος;»
Στο άκουσμα της φωνής του φίλου, ο τυφλός αισθάνθηκε ασφαλής. Ξέσπασε σε λυγμούς και ανάμεσα στα δάκρυά του διηγήθηκε τη νυχτερινή περιπέτειά του.
«Φτωχέ, φτωχέ μου Χόιτσι!» αναφώνησε ο ιερέας. «Είναι δικό μου το σφάλμα. Οδυνηρό σφάλμα! Πάντού πάνω στο σώμα σου γράφτηκαν ιερά κείμενα, εκτός από τ’ αυτιά σου! Εμπιστεύθηκα στον βοηθό μου να κάνει αυτή τη δουλειά, και ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο λάθος μου να μην βεβαιωθώ ότι την έκανε σωστά! Λοιπόν, η κατάσταση τώρα δεν αλλάζει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να γιατρέψουμε τις πληγές σου όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κουράγιο, φίλε μου! Ο κίνδυνος πέρασε. Εκείνοι οι επισκέπτες δεν θα σ’ ενοχλήσουν ποτέ ξανά».
Με τη βοήθεια ενός καλού γιατρού οι πληγές του Χόιτσι γιατρεύτηκαν γρήγορα.
Η ιστορία αυτής της παράξενης περιπέτειας διαδόθηκε στην αυτοκρατορία και ο Χόιτσι έγινε πασίγνωστος. Πολλοί άρχοντες πήγαν στο Ακαμαγκασέκι για να τον ακούσουν ν’ απαγγέλει και του έδωσαν μεγάλα χρηματικά δώρα. Έτσι έγινε πλούσιος... Αλλά από την περιπέτειά του και ύστερα έγινε γνωστός με το όνομα Μίμι-νάσι-Χόιτσι, που πάει να πει «Χόιτσι ο κοψαύτης».


ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
(1) Στο Kottô μου υπάρχει περιγραφή αυτών των παράξενων καβουριών.
(2)  Ακαμαγκασέκι ή Σιμονοσέκι. Η πόλη είναι επίσης γνωστή με το όνομα Μπακκάν.
(3) ο μπίβα είναι ένα λαούτο με τέσσερις χορδές που χρησιμοποιείται κυρίως στις θεατρικές απαγγελίες. Παλιότερα οι επαγγελματίες αοιδοί, που απήγγελαν το Χεϊκέ-Μονογκατάρι και άλλες τραγωδίες, λέγονταν μπίβα-χόσι, που θα πει «ιερείς με το λαούτο». Η καταγωγή αυτής της ονομασίας δεν είναι σαφής, αλλά είναι πιθανό να προέρχεται από το γεγονός ότι οι ιερείς με το λαούτο, καθώς και οι τυφλοί χειροπράκτες (σαμπούερς) είχαν ξυρισμένα τα κεφάλια τους, όπως οι βουδιστές ιερείς. 
Το μπίβα παίζεται με ένα είδος πένας, που λέγεται μπάτσι, και συνήθως φτιάχνεται από κέρατο.
(4) Έκφραση που δείχνει σεβασμό και σημαίνει το άνοιγμα της πύλης. Τον χρησιμοποιούσαν οι σαμουράι, όταν καλούσαν τους φρουρούς να τους ανοίξουν την πύλη του άρχοντα.
(5) Η φράση μπορεί να αποδοθεί και ως «γιατί ο πόνος αυτού του τμήματος είναι βαθύτατος». Η ιαπωνική λέξη για τη θλίψη στο αυθεντικό ιαπωνικό κείμενο είναι αβαρέ.
(6) «Ταξιδεύει χωρίς να φανερώνει την ταυτότητά του»: αυτή η φράση αποδίδει το νόημα του πρωτοτύπου «κάνει μυστικό αξιότιμο ταξίδι» σινόμπι νο γκο-ρυοκό.
(7) Έτσι λέγεται στην Ιαπωνία το Έλασσον Πράγκνα-Παραμιτά-Χριντάυα-Σούτρα. Και τα δύο, το έλασσον και το μείζον, λέγονται Πράγκνα-Παραμιτά, που θα πει «Ανυπέρβλητη Σοφία», έχουν μεταφραστεί από τον εκλειπόντα καθηγητή Max Muller και βρίσκονται στον τόμο xlix του έργου Sacred Books of the East (Buddhist Mahayana Sutras).
Με την ευκαιρία της μαγικής χρήσης των κειμένων, όπως περιγράφεται σε αυτή την ιστορία, αξίζει να αναφέρουμε ότι το αντικείμενο του σούτρα είναι το δόγμα της Κενότητας των Μορφών, δηλαδή ο μη αληθής χαρακτήρας τόσο των φαινομένων όσο και των νοουμένων. «Η μορφή είναι κενό και το κενό μορφή. Το κενό δεν διαφέρει από τη μορφή και η μορφή δεν διαφέρει από το κενό. Ό,τι είναι μορφή, αυτό είναι και κενό. Ό,τι είναι κενό, αυτό είναι και μορφή... Αντίληψη, ονομασία, έννοια και γνώση είναι επίσης κενό. Δεν υπάρχουν μάτια, μύτη, γλώσσα, σώμα και νους... Άλλά όταν η περιχαράκωση της συνείδησης εκμηδενιστεί, τότε [αυτός που αναζητά] ελευθερώνεται από όλους τους φόβους και πέρα από κάθε δυνατότητα αλλαγής απολαμβάνει την τελική Νιρβάνα».

Copyright© Τέτη Σώλου, 2009 
All rights reserved


Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του Τάκη Ευσταθίου.
The photo is from Takis Efstathiou personal archive.

Οι σημειώσεις της μεταφράστριας στην Ιστορία του Μίμι-νάσι-Χόιτσι

Χεϊκέ είναι άλλος τρόπος ανάγνωσης του ιαπωνικού χαρακτήρα Ταΐρα. Κυριολεκτικά σημαίνει Οίκος των Ταΐρα.

Τεννό: ουράνιος ηγεμόνας, αυτοκράτορας

Tα χεϊκέ-γκάνι (καβούρια Χεϊκέ) έχουν στη ράχη τους αυλάκια και εξογκώματα, που σχηματίζουν θυμωμένο ανθρώπινο πρόσωπο. Λέγεται ότι η αγωνία του θανάτου των πολεμιστών Χεϊκέ χαράχτηκε στη ράχη των καβουριών και σύμφωνα με τον θρύλο τα καβούρια αυτά είναι τα πνεύματα των πολεμιστών Χεϊκέ, που καταδικάστηκαν να πάρουν αυτή την αποκρουστική μορφή και να περπατούν αιώνια στην άβυσσο. Για να αισθανθεί κανείς την ομορφιά αυτού του θρύλου, πρέπει να έχει δει σε παλιές εικόνες της μάχης Νταν-νο-Ούρα τους αρματωμένους πολεμιστές με τις σιδερένιες μάσκες με τα μεγάλα, άγρια μάτια. Ενώ τα xεϊκέ-γκάνι είναι τα πνεύματα των απλών σαμουράι, ένα μεγαλύτερο είδος καβουριών, τα ταϊσό-γκάνι, είναι τα πνεύματα των ηγετών Χεϊκέ, που πάνω στα κράνη τους είχαν χρυσούς δράκους και γυαλιστερά κέρατα.

Αμίντατζι: Υπάρχουν τρία διαφορετικά καταληκτικά επιθήματα που προστίθενται στα ονόματα των ναών: -τζι, -ντέρα και -ιν. Τα -τζι και -ντέρα αναφέρονται πάντα σε βουδιστικούς ναούς.
Αμίντατζι σημαίνει «βουδιστικός ναός προς τιμήν του Αμίντα Βούδα» (σανσκριτικά: Αμιτάμπα), που είναι ο Βούδας του Άσβεστου Φωτός και της Αιώνιας Ζωής.

Σχετικά με τους σαμπούερς
Ήταν τυφλοί χειροπράκτες που κατείχαν την τέχνη του παραδοσιακού ιαπωνικού μασάζ άμμα, το οποίο στα μέσα του 18ου αιώνα θεσμοθετήθηκε ως επάγγελμα για τους τυφλούς και μάλιστα ιδρύθηκαν ειδικευμένες σχολές. Έκτοτε, μόνον όσοι κατείχαν κρατικό δίπλωμα είχαν το δικαίωμα να ασκούν το άμμα. Οι υπόλοιποι ασκούσαν το σιάτσου που σημαίνει «πίεση των δακτύλων».
Ο Richard Gordon Smith στην ιστορία με τίτλο «Ghost Story of the Flute’s Tomb» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ancient Tales and Fork-Lore of Japan (1918) αναφέρει:
«Πριν από εβδομήντα και ογδόντα χρόνια ζούσε στο χωριό Κουμεντάμουρα, κοντά στη λίμνη, ένας τυφλός άμμα, που λεγόταν Γιόιτσι. Ο Γιόιτσι ήταν πολύ δημοφιλής στην περιοχή, γιατί εκτός του ότι ήταν τίμιος κι ευγενικός, κατείχε άριστα την τέχνη της ανάτριψης (μασάζ) –φροντίδα που χρειάζονται όλοι σχεδόν οι Ιάπωνες. Ήταν πραγματικά δύσκολο να βρεις χωριό, που να μην έχει τον δικό του άμμα. Ο Γιοϊτσί ήταν τυφλός, όπως όλοι οι ομότεχνοί του, κρατούσε ένα ραβδί ή μια βέργα κι ένα φλάουτο (φουζεούκα). Το ραβδί ήταν για να ερευνά τον χώρο γύρω του και το φλάουτο για να ειδοποιεί τους ανθρώπους ότι ήταν ελεύθερος για εργασία...»

σαμουράι ή μπουκέ ήταν η αριστοκρατία της στρατιωτικής τάξης στην προβιομηχανική Ιαπωνία. Η πρώτη αναφορά του όρου γίνεται στην ποιητική ανθολογία Κοκινσού στις αρχές του 10ου αιώνα και σήμαινε αυτούς που ακολουθούν στενά και υπηρετούν την αριστοκρατία. Στον 12ο αιώνα ο όρος συνδέθηκε με το μεσαίο και ανώτερο επίπεδο της στρατιωτικής τάξης.

Xάι: ναι, μάλιστα

νταϊμυό ήταν πανίσχυροι τοπικοί άρχοντες, που κατείχαν τεράστιες εκτάσεις και κυβερνούσαν την Ιαπωνία. Η ισχύς τους διήρκησε από τον 10ο μέχρι τον 19ο αιώνα, οπότε άρχισε η περίοδος Μέιτζι, που σήμανε μεγάλες αλλαγές στη χώρα.
Νταϊμυό στην κυριολεξία σημαίνει «μεγάλο όνομα», η ιαπωνική λέξη όμως προέρχεται από τους χαρακτήρες (καντζί) ντάι που σημαίνει «μεγάλος» και μυό, συντομευμένος τύπος του μυόντεν, που σημαίνει «ιδιόκτητη γη».

Η ναυμαχία στο Νταν-νο-ούρα
Ο αυτοκράτορας Αντόκου ήταν ο 81ος αυτοκράτορας της Ιαπωνίας σύμφωνα με την παραδοσιακή σειρά διαδοχής. Η περίοδος της ηγεμονίας του διήρκησε από το 1180 μέχρι το 1185. Στέφθηκε πρίγκιπας σε ηλικία ενός μηνός και ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία ενός έτους, διαδεχόμενος τον πατέρα του, Τακάκουρα τεννό, ο οποίος ύστερα από δώδεκα χρόνια ηγεμονίας εξαναγκάστηκε από τον πεθερό του Ταΐρα νο Κιομόρι σε παραίτηση. Η ενέργεια αυτή οδήγησε στον πόλεμο Γκενπέι (1180-1185) μεταξύ Χεϊκέ και Γκέντζι, ο οποίος τελείωσε με τη ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα και την καταστροφή των Χεϊκέ. Όταν το 1183 οι Γκέντζι ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Γκο-Τόμπα και με αρχηγό το Μιναμότο νο Γιοσιτσουνέ μπήκαν στην πρωτεύουσα Χεϊάν-Κυό, οι Χεϊκέ έφυγαν κρυφά με το νεαρό αυτοκράτορα και τους ιερούς θησαυρούς (τα ιερά κοσμήματα, τον ιερό καθρέφτη και το ιερό σπαθί) για τη Γιασίμα. Νικημένοι στη μάχη που συνήφθη εκεί οι Χεϊκέ έφυγαν δυτικά. Το 1185 οι Χεϊκέ και οι Γκέντζι συγκρούστηκαν στη ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα (Νταν-νο-ούρα τατακάι).
Οι Χεϊκέ εκμεταλλευόμενοι την παλίρροια περικύκλωσαν τα πλοία των Γκέντζι. Έκαναν ρεσάλτο και τους εξανάγκασαν σε μάχη σώμα με σώμα. Όμως τα νερά άλλαξαν και οι Γκέντζι κατόρθωσαν να επικρατήσουν. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η λιποταξία του Ταγκούτσι Σιγκεγιόσι, στρατηγού των Χεϊκέ, ο οποίος αυτομόλυσε στους Γκέντζι και τους αποκάλυψε σε ποιο πλοίο βρισκόταν ο Αντόκου. Πολλοί από τους Χεϊκέ προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να πέσουν στα χέρια των εχθρών. Ανάμεσά τους και η γιαγιά του αυτοκράτορα, η οποία αυτοκτόνησε πηδώντας στο νερό κρατώντας στην αγκαλιά της τον εξάχρονο Αντόκου. Η μητέρα του επίσης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει πέφτοντας στο νερό, αλλά την ανέσυραν, σύμφωνα με το Θρύλο των Χεϊκέ (Χεϊκέ Μονογκατάρι), τραβώντας την από ένα χτένι των μαλλιών της.
Η ήττα τους στη ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα έβαλε τέλος στις φιλοδοξίες των Χεϊκέ να κυριαρχήσουν στην Ιαπωνία. Η ιστορία του αυτοκράτορα Αντόκου και της οικογένειας της μητέρας του έγινε το επικό ποίημα Η Ιστορία των Χεϊκέ. Ως μνημόσυνο χτίστηκε ο ναός Αμίντατζι. Αργότερα ο Αντόκου λατρεύτηκε ως Μίτζου-νο-κάμι, δηλαδή ως θεός των υδάτων. Όταν ο σιντοϊσμός έγινε επίσημη θρησκεία της Ιαπωνίας, ο βουδιστικός ναός Αμίντατζι εγκαταλήφθηκε και φτιάχτηκε στο Σιμονοσέκι το τέμενος Ακάμα στη μνήμη του Αντόκου.

σαν: είναι η πιο συνηθισμένη τιμητική προσφώνηση που δείχνει σεβασμό. Μπαίνει μετά από το όνομα, αντρικό ή γυναικείο, και έχει την έννοια του δυτικού κύριος ή κυρία.

σούτρα: κυριολεκτικά σημαίνει «νήμα που κρατάει τα πράγματα μαζί» και πιο μεταφορικά αναφέρεται σε αφορισμό ή σε συλλογή αφορισμών υπό μορφή εγχειριδίου. Τα σούτρα είναι απομνημονεύσιμα. Έναν από τους καλύτερους ορισμούς του σούτρα δίνει ένα σούτρα από το Vayu Purana: «Με τα λιγότερα ιδεογράμματα, σαφές, μεστό, κατανοητό, λιτό και χωρίς ψεγάδι· αυτός που ξέρει το σούτρα, ξέρει ότι είναι έτσι».

Copyright© Τέτη Σώλου, 2009 
All rights reserved


Kwaidan: η ταινία

Το 1964 ο σκηνοθέτης Μασάκι Κομπαγιάσι γύρισε τη σπονδυλωτή ταινία Kwaidan, που αποτελείται από τέσσερις ιστορίες, που περιλαμβάνονται σε βιβλία του Λευκάδιου Χερν. Δύο ιστορίες από το ομώνυμο βιβλίο: την Ιστορία του Μίμι-νάσι-Χοϊτσί και τη Γιούκι-Οννά, μία από το Kottô και μία από το Shadowings. Η ταινία τιμήθηκε το 1965 στο Φεστιβάλ Καννών και ήταν υποψήφια για το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας.










Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Τάκη Ευσταθίου.
The photos are from Takis Efstathiou personal archive.


Kwaidan: έκθεση για το βιβλίο και την ταινία στο Γιαϊτζού

Η έκθεση «Kwaidan: για το βιβλίο και την ταινία», ταξίδεψε στο Γιαϊτζού και εγκαταστάθηκε στο Yakumo Museum, μουσείο αφιερωμένο στον Λευκάδιο Χερν (Γιακούμο Κοϊζούμι για τους Ιάπωνες). Το Γιαϊτζού είναι το μέρος όπου ο συγγραφέας πέρασε μερικά ευτυχισμένα καλοκαίρια. Το σπίτι όπου έμενε, κάθε χρόνο στο ίδιο, ξαναχτίστηκε και σήμερα είναι τουριστικό αξιοθέατο.

Photo: Shoko Koizumi

Photo: Shoko Koizumi

Photo: Shoko Koizumi

Photo: Shoko Koizumi
Η Γιούκι-Οννά και ο Λευκάδιος Χερν.
Η φωτογραφία της Γιούκι-Οννά είναι έργο του Douglas Dubler, που ο καλλιτέχνης δώρισε στο μουσείο.
Γιούκι-Οννά (γυναίκα του χιονιού) είναι τίτλος μιας από τις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο Kwaidan.



Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της Σόκο Κοϊζούμι, που είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει την άδεια χρήσης.
The original photos are from the personal archives of Shoko Koizumi, who was kind enough to let me use them.

H συλλογή Kwaidan με βιβλία και υλικό από την ταινία ανήκει στον Τάκη Ευσταθίου.
The Kwaidan special collection of books and film belongs to Takis Efstathiou.


Kwaidan: έκθεση για το βιβλίο και την ταινία στο Ματσουέ

Στην φωτογραφία αριστερά είναι αντίγραφο του γραφείου του Λευκάδιου Χερν.
Δεξιά μέρος της αίθουσας που φιλοξένησε την έκθεση.

Το Ματσουέ στην επαρχία Ιζούμο ήταν ο αγαπημένος τόπος του Λευκάδιου Χερν. Ήταν ο τόπος που οι παλιοί θρύλοι και οι μύθοι ήταν ακόμα ζωντανοί. Έμεινε εκεί δεκαπέντε μήνες, δημιούργησε στενές σχέσεις, αδερφικές φιλίες και οικογένεια. 

Παλιά καρτ ποστάλ από τη συλλογή του Τάκη Ευσταθίου.

Το σπίτι του είναι σήμερα ένα από τα οχτώ μουσεία της Ιαπωνίας που είναι αφιερωμένα στον Λευκάδιο Χερν. Στην έκθεση παρουσιάστηκαν πολλές εκδόσεις του Kwaidan μεταφρασμένες σε διάφορες γλώσσες, οι πρώτες εκδόσεις και άφθονο υλικό από την ταινία.του Μασάκι Κομπαγιάσι.

Διαφημιστικές αφίσες της ταινίας από τη συλλογή του Τάκη Ευσταθίου.


Ο Μπον Κοϊζούμι, δισέγγονος του Λευκάδιου Χερν, στο μουσείο στο Ματσουέ.



Kwaidan Exhibition: The Special Collection of Books and Film
από ιαπωνικό ιστότοπο 


Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της Σόκο Κοϊζούμι, που είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει την άδεια χρήσης.
The original photos are from the personal archives of Shoko Koizumi, who was kind enough to let me use them.

H συλλογή Kwaidan με βιβλία και υλικό από την ταινία ανήκει στον Τάκη Ευσταθίου.
The Kwaidan special collection of books and film belongs to Takis Efstathiou.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Τζίου-ρόκου-ζακουρά

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Στο Ουακεγκόρι, μια περιοχή στην επαρχία του Iγιό, υπάρχει μια πολύ παλιά και ονομαστή κερασιά, που λέγεται Τζίου-ρόκου-ζακουρά, δηλαδή «Κερασιά της δέκατης έκτης μέρας», γιατί κάθε χρόνο ανθίζει τη δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα –με το παλιό σεληνιακό ημερολόγιο– εκείνη τη μέρα ακριβώς –ούτε μια μέρα πριν ούτε μια μέρα μετά. Ανθίζει μέσα στο καταχείμωνο, παρ’ όλο που το φυσιολογικό για ένα κερασόδεντρο είναι να περιμένει την άνοιξη για να πετάξει μπουμπούκια. Αλλά η Τζίου-ρόκου-ζακουρά ανθίζει με ζωή που δεν είναι –ή τουλάχιστον αρχικά δεν ήταν– δική της. Μέσα σ’ αυτό το δέντρο υπάρχει το πνεύμα ενός ανθρώπου.

* * *

Ήταν ένας σαμουράι του Iγιό και το δέντρο μεγάλωνε στον κήπο του και άνθιζε τη συνηθισμένη εποχή, δηλαδή γύρω στο τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου. Είχε παίξει κάτω από αυτό το δέντρο, όταν ήταν παιδί. Οι γονείς του, οι παππούδες του και οι πρόγονοί του κρεμούσαν στ’ ανθισμένα κλωνάρια του, για πάνω από εκατό χρόνια, χαρούμενες κορδέλες από χρωματιστό χαρτί, που είχαν γραμμένα επάνω τους ποίηματα και εγκώμια. Αυτός ο ίδιος είχε γεράσει πολύ, είχε ζήσει περισσότερο απ’ όλα τα παιδά του, και δεν του είχε απομείνει τίποτε άλλο ζωντανό στον κόσμο, εκτός από αυτό το δέντρο. Μα να! Κάποιο καλοκαίρι το δέντρο μαράθηκε και πέθανε.
Κατάκαρδα λυπήθηκε ο γέρος για το δέντρο του. Τότε ευγενικοί γείτονες βρήκαν ένα νεαρό και όμορφο κερασόδεντρο και το φύτεψαν στον κήπο του, ελπίζοντας ότι έτσι θα τον παρηγορήσουν. Τους ευχαρίστησε και προσποιήθηκε ότι ήταν ευτυχής. Αλλά η καρδιά του ήταν γεμάτη πόνο, γιατί αγαπούσε το γέρικο δέντρο τόσο πολύ, που τίποτα δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει για τον χαμό του.
Στο τέλος ήρθε στο μυαλό του μια χαρούμενη σκέψη. Αναθυμήθηκε έναν τρόπο με τον οποίο το αφανισμένο δέντρο μπορούσε να σωθεί. (Ήταν η δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα.) Κατέβηκε στον κήπο του, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά στο μαραμένο δέντρο και του μίλησε μ’ αυτά τα λόγια:
«Τώρα καταδέξου, σε θερμοπαρακαλώ, ν’ ανθίσεις και πάλι, γιατί θα πεθάνω εγώ στη θέση σου».

(Υπάρχει η δοξασία ότι κάποιος μπορεί να θυσιάσει τη ζωή του για κάποιο άλλο πρόσωπο ή πλάσμα ή ακόμα και δέντρο με τη χάρη των θεών. Η μεταφορά της ζωής εκφράζεται με τον όρο μιγκαουάρι νι τάτσου που σημαίνει «ενεργώ ως αντικαταστάτης».)

Έπειτα άπλωσε κάτω από το δέντρο ένα άσπρο ύφασμα και μερικά καλύμματα, κάθισε πάνω τους κι έκανε χαράκιρι σύμφωνα με το τυπικό των σαμουράι. Το πνεύμα του μπήκε στο δέντρο κι εκείνο άνθισε την ίδια στιγμή.
Και ανθίζει ακόμα κάθε χρόνο τη δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα –την εποχή του χιονιού.


© Μετάφραση: Τέτη Σώλου, 2009
All rights reserved

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Ιαπωνικά βιβλία σε χαρτί κρεπ (τσιριμέν μπον)

Το πρώτο τσιριμέν μπον, δηλαδή το πρώτο ιαπωνικό βιβλίο σε χαρτί κρεπ, εκδόθηκε το 1885 από τον Χασεγκάουα Τακετζιρό. Ο όρος «βιβλίο σε χαρτί κρεπ» δεν είναι ακριβής, γιατί το χαρτί κρεπ είναι ελαφρό, λεπτό και χωρίς αντοχή, ενώ το χαρτί κρεπ των ιαπωνικών βιβλίων είναι βαρύ, γερό και ανθεκτικό. Εν τούτοις αυτή είναι η ονομασία με την οποία έχουν καθιερωθεί.

Σελίδα από το παραμύθι «The Goblin Spider»

Το χαρτί κρεπ, τσιριμέν γκάμι στα ιαπωνικά, φτιαχνόταν μουσκεύοντας εκτυπωμένες ξυλογραφίες, που κατόπιν προσάρμοζαν σε χαρτονένια καλούπια με αυλακιές χαραγμένες πάνω τους. Τύλιγαν τα φύλλα σ' ένα κατακόρυφο κοντάρι και τα πίεζαν δυνατά από πάνω προς τα κάτω. Αυτή η διαδικασία συρρίκνωνε το χαρτί στο 70% του αρχικού μεγέθους του, διατηρώντας συγχρόνως τη ζωγραφιά και το κείμενο στις αρχικές αναλογίες.


Το χαρτί του εξωφύλλου των τσιριμέν μπον δεν διαφοροποιούταν σε βάρος και υφή από το χαρτί του εσωτερικού. Στην παραπάνω εικόνα είναι εμφανείς οι αυλακιές που αποτυπώνονταν πάνω στο χαρτί και που μαζί με τη διαδικασία συρρίκνωσης, του έδιναν την παράξενη και μοναδική υφή του, που περισσότερο θυμίζει ύφασμα παρά χαρτί.

Σελίδα από το παραμύθι «Chin Chin Kobakama»

Τα περισσότερα απ’ αυτά τα βιβλία τυπώθηκαν στα αγγλικά από τον Χασεγκάουα την περίοδο από το 1885 μέχρι τον θάνατό του το 1938. Η παραγωγή συνεχίστηκε μέχρι το 1960 από τον γιο του. Έκτοτε δεν έχουν ξανακυκλοφορήσει βιβλία σε χαρτί κρεπ.


Προκαλεί έκπληξη ότι ο Χασεγκάουα είχε τις γνωριμίες και την επιχειρηματική ικανότητα εκείνη την εποχή να τυπώσει βιβλία σε δέκα γλώσσες. Τα τσιριμέν μπον είχαν μεγάλη ζήτηση εκτός Ιαπωνίας σε διάφορες γλώσσες. Τα έκαναν γνωστά οι ταξιδιώτες που επέστρεφαν στις πατρίδες τους από την Ιαπωνία.
Τα περισσότερα εκδόθηκαν στην αγγλική γλώσσα, αρκετά στη γαλλική και στη γερμανική, ενώ υπάρχουν κάποιες εκδόσεις στα ισπανικά και στα πορτογαλλικά, καθώς και λίγες στα ιταλικά. Σύμφωνα με τις καταγραφές υπάρχουν δύο στα δανικά και στα σουηδικά, μία στα ρωσικά και μία στα ολλανδικά.
Tα βιβλία πουλιούνταν από διάφορους αντιπροσώπους, περιλαμβανομένων των Bretano στη Νέα Υόρκη, Griffin, Farran and Co. στο Λονδίνο, The Open Court Publishing Company στο Σικάγο, C.F. Amelangs & Breitkopf Hartel στη Λειψία. Στην Ιαπωνία πουλιόνταν από την Kelly & Walsh & Maruzen & Co και απευθείας από την εκδοτική εταιρεία του Χασεγκάουα.

Σελίδα από το παραμύθι «The Goblin Spider»

Ο Χασεγκάουα Τακετζιρό ήταν έξυπνος και δραστήριος ως επιχειρηματίας και καλλιτέχνης ως τυπογράφος. Απασχολούσε καλλιτέχνες που ήταν αριστοτέχνες στο είδος τους και πολύ γνωστοί. Εκείνοι έφτιαχναν τις βασικές εικόνες σε κοινό ιαπωνικό χαρτί και ο Χασεγκάουα τις μετέφερε σε κρεπ. Εξέδωσε εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό βιβλίων: από παραμύθια μέχρι μεγάλες πολυτελείς εκδόσεις, ημερολόγια, επιτραπέζια και τοίχου σε διάφορα μεγέθη, διαφημιστικά ημερολόγια εταιρειών, βιβλία επί παραγγελία, κάρτες και ανατυπώσεις έργων του Χοκουσάι, του Χιροσιγκέ και άλλων παλιότερων καλλιτεχνών.


Το πρώτο εγχείρημά του είναι και το πιο γνωστό έργο του, η σειρά Japanese Fairy Tales, που άρχισε να τυπώνεται το 1885. Αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της δραστηριότητάς του και έχει κάνει πολλές εκδόσεις επί σειρά ετών. Ο Λευκάδιος Χερν απέδωσε στα αγγλικά πέντε ιαπωνικά παραμύθια.

Τα πέντε Ιαπωνικά Παραμύθια του Λευκάδιου Χερν


Εκτός από τον Χερν, ο Basil Hall Chamberlain και ο Joseph Curtis Hepburn συνεργάστηκαν στην ίδια σειρά βιβλίων με τον Χασεγκάουα.


Τον μύθο του Ουράσιμα, τον αγαπημένο μύθο του Χερν,
απέδωσε στα αγγλικά ο Basil Hall Chamberlain.
Τα τεύχη ήταν ραμμένα στο χέρι. Στο οπισθόφυλλο φαίνονται οι ραφές.



Τα τσιριμέν μπον στην Ελλάδα
Τα Japanese Fairy Tales του Λευκάδιου Χερν παραχώρησε ο συλλέκτης κ. Τάκης Ευσταθίου από τη συλλογή του και εκτέθηκαν στη βιβλιοθήκη του Ευγενίδειου Ιδρύματος κατά τη διάρκεια της Έκθεσης Παραμυθιών που είχε οργανώσει το Ίδρυμα από τον Δεκέμβριο 2012 ως τον Ιανουάριο 2013. Η Έκθεση ήταν μια γιορτή παραμυθιών με με γκραβούρες, εικονογραφήσεις, τρισδιάστατες αναπαραστάσεις, ζωγραφικά έργα, αφηγήσεις παραμυθιών, σπάνια βιβλία και πολλά άλλα. Οι επισκέπτες της έκθεσης είχαν τη μοναδική ευκαιρία να δουν τα τσιριμέν μπον του Λευκάδιου Χερν, που είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς.

Από τους τακτικούς επισκέπτες της Έκθεσης,
με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προθήκη των βιβλίων του Χερν,
ήμουν κι εγώ.

Όσοι φίλοι ενδιαφέρονται να δουν από κοντά τα τεύχη των πέντε Japanese Fairy Tales του Λευκάδιου Χερν καθώς και άλλα βιβλία του στις πρώτες εκδόσεις τους, υπάρχει μόνιμη έκθεση στο Αμερικανικό Κολέγιο στην Αγία Παρασκευή, δωρεά του συλλέκτη κ. Τάκη Ευσταθίου.


Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λευκαδίτικα Νέα



Ευχαριστώ την οικογένεια Κοϊζούμι και τον Τάκη Ευσταθίου που μου παραχώρησαν τις φωτογραφίες από τα προσωπικά αρχεία τους.
With thanks to Koizumi family and Takis Efstathiou for letting me use the photographs from their personal archives.





Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Θρύψαλο

από το In Ghostly Japan (1899)
του Λευκάδιου Χερν

Photo: Takis Efstathiou

Μη νομίσεις ότι τα όνειρα έρχονται μόνο τη νύχτα.
Το όνειρο αυτού του κόσμου του πόνου το βλέπουμε ακόμα και την ημέρα.
Ιαπωνικό ποίημα

Ο ήλιος βασίλευε την ώρα που έφτασαν στα ριζά του βουνού. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής σ’ εκείνο το μέρος ούτε μια σταλιά νερό ούτε ένα τόσο δα βλασταράκι ούτε σκιά από πουλί πετούμενο. Τίποτα άλλο από απέραντη ερημιά. Και η βουνοκορφή χανόταν στα ουράνια. 
Τότε ο Μποντισάτβα είπε στον νεαρό συνοδοιπόρο του:
«Αυτό που ζήτησες να δεις, θα φανερωθεί μπροστά σου. Όμως, ο τόπος της αποκάλυψης είναι μακριά και ο δρόμος τραχύς. Ακολούθησέ με και μην φοβάσαι. Η δύναμη θα σου δοθεί».
Το λυκόφως τους τύλιγε με μισοσκόταδο καθώς ανέβαιναν. Δεν υπήρχε χαραγμένο μονοπάτι ούτε σημάδι ότι είχε ξαναπεράσει άνθρωπος και πορεύονταν πάνω σ' έναν ατέλειωτο σωρό από θρύψαλα που αναποδογύριζαν και κυλούσαν κάτω απ’ τα πόδια τους. Μερικές φορές ξεκόλλαγαν πολλά μαζί και ο θόρυβος της κατολίσθησης άφηνε σπηλαιώδη αντίλαλο κι άλλοτε ο ήχος των βημάτων ακουγόταν σαν να σπάνε κοχύλια.
«Μη φοβάσαι, παιδί μου», είπε ο Μποντισάτβα που οδηγούσε. «Δεν υπάρχει κίνδυνος, όσο ζοφερός κι αν είναι ο δρόμος».
Σκαρφάλωναν κάτω από τ’ αστέρια γρήγορα-γρήγορα με τη βοήθεια μιας δύναμης πάνω από τ’ ανθρώπινα. Διέσχιζαν πέπλα καταχνιάς κι έβλεπαν από κάτω τους μια βουβή, λευκή σαν γάλα θάλασσα από σύννεφα, που απλωνόταν ολόγυρα.
Ώρες πολλές ανέβαιναν. Μορφές αόρατες παραμέριζαν στο πέρασμά τους και συντρίβονταν υπόκωφα και αχνές παγωμένες φλόγες άναβαν κι έσβηναν σε κάθε θρυψάλισμα.
Ο νεαρός προσκυνητής ακούμπησε το χέρι του σε κάτι λείο που δεν ήταν πέτρα. Το σήκωσε και διέκρινε αμυδρά τον άσαρκο χλευασμό του θανάτου.
«Μην αργοπορείς, παιδί μου», τον παρακίνησε η φωνή του δασκάλου. «Η κορφή που πρέπει να κατακτήσουμε είναι ακόμα πολύ μακριά!»
Έπεσε το σκοτάδι κι ακόμα σκαρφάλωναν και συνεχώς ένιωθαν κάτω από τα πόδια τους το απαλό, αλλόκοτο θρυψάλισμα κι έβλεπαν τις παγωμένες φωτιές να σηκώνονται και να χάνονται μέχρι που το σκοτάδι της νύχτας έγινε γκρίζο, τ’ αστέρια άρχισαν να σβήνουν και άρχισε φωτίζει η ανατολή.
Κι ακόμα ανέβαιναν γρήγορα-γρήγορα με τη βοήθεια μιας δύναμης πάνω από τ’ ανθρώπινα. Τους περιτριγύριζε τώρα παγερότητα θανάτου και τρομακτική σιωπή... Μια χρυσή φλόγα έλαμψε στην ανατολή.
Τα μάτια του προσκυνητή αντίκρυσαν απόκρημνα και γυμνά ύψη. Τον έπιασε τρεμούλα και απερίγραπτο δέος. Γιατί πουθενά δεν υπήρχε έδαφος ούτε κάτω ούτε γύρω του ούτε και ψηλότερα, μονάχα ένα σωρός από αποκρουστικά και αναρίθμητα κρανία και θρύψαλα κρανίων και σκόνη από κόκαλα, με τα σκορπισμένα δόντια να τρεμοφέγγουν μέσα σ’ αυτό το ανακάτεμα, όπως τρεμοφέγγουν τα κοχύλια ανάμεσα στα φύκια που ξέβρασε η παλίρροια.
«Μη φοβάσαι, παιδί μου», ακούστηκε η φωνή του Μποτισάτβα. «Μονάχα η δύναμη της καρδιάς μπορεί να σε φέρει στον τόπο της αποκάλυψης».
Ο κόσμος πίσω τους είχε εξαφανιστεί. Δεν απόμεινε τίποτα παρά μόνο τα σύννεφα κάτω, ο ουρανός επάνω και ανάμεσά τους ο σωρός από τα κρανία, που απλωνόταν όσο έφτανε το μάτι κι ακόμα πιο πέρα.
Ο ήλιος ανηφόρισε μαζί με τους αναρριχητές, το φως του όμως δεν είχε ζεστασιά, αλλά τη διαπεραστική ψυχρότητα του σπαθιού. Και η φρίκη του ασύλληπτου ύψους, ο εφιάλτης του ασύλληπτου βάθους και ο τρόμος της σιωπής ολοένα αύξαιναν και βάραιναν πάνω στον προσκυνητή. Κράτησε το βήμα του κι έτσι όλη του η δύναμη μονομιάς τον εγκατέλειψε και βόγγηξε όπως κάποιος που κοιμάται και βλέπει όνειρο.
«Κάνε γρήγορα, παιδί μου», φώναξε ο Μποντισάτβα, «η μέρα κρατάει λίγο και η κορφή είναι πολύ μακριά».
Αλλά ο προσκυνητής έσκουξε:
«Φοβάμαι. Φοβάμαι απερίγραπτα! Η δύναμή μου με εγκατέλειψε».
«Η δύναμη θα ξαναγυρίσει, παιδί μου», απάντησε ο Μποντισάτβα. «Κοίταξε κάτω και πάνω και γύρω σου και πες μου τι βλέπεις».
«Δεν μπορώ», φώναξε ο προσκυνητής που είχε στηλώσει τα πόδια κι έτρεμε. «Δεν τολμάω να κοιτάξω κάτω. Μπροστά μου και ολόγυρά μου δεν υπάρχει τίποτα άλλο από νεκροκεφαλές».
«Κι ακόμα, παιδί μου», είπε ο Μποντισάτβα χαμογελώντας γλυκά, «κι ακόμα δεν έμαθες από τι είναι φτιαγμένο αυτό το βουνό;».
Ο άλλος ανατριχιάζοντας σύγκορμος επανέλαβε:
«Φοβάμαι! Φοβάμαι ανείπωτα! Δεν υπάρχει τίποτε άλλο από νεκροκεφαλές!»
«Είναι ένα βουνό από νεκροκεφαλές», αποκρίθηκε ο Μποντισάτβα. «Και μάθε, παιδί μου, ότι όλες είναι δικές σου. Καθεμιά τους υπήρξε κάποτε φωλιά των ονείρων, των ψευδαισθήσεων και των επιθυμιών σου. Ούτε μία από αυτές δεν είναι κάποιου άλλου. Όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, είναι δικά σου κρανία από τα δισεκατομμύρια ζωές που έχεις ζήσει».

ΣτΜ: Οι μποντισάτβα είναι συμπονετικές υπάρξεις, που ηθελημένα δεν εισέρχονται στη νιρβάνα, για να προσφέρουν τη βοήθειά τους στην ανθρωπότητα, μέχρι να απαλλαγεί από τα δεινά της. 


© Μετάφραση: Τέτη Σώλου
All rights reserved

Βιογραφία του Λευκάδιου Χερν

«Η απόλυτη ελευθερία που γνωρίζει ρίζες, αλλά δεν γνωρίζει σύνορα»

Στην Ευρώπη
Ο Λευκάδιος Χερν γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1850 στη Λευκάδα. Πατέρας του ήταν ο Ιρλανδός Charles Bush Hearn και μητέρα του η Ρόζα, κόρη του Αντωνίου Κασιμάτη από τα Κύθηρα. Το σπίτι που γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στέκει ακόμα.

Ο ταγματάρχης Charles Bush Hearn, ο πατέρας του Λευκάδιου, ήταν στρατιω-
τικός γιατρός του Βρετανικού Σώματος στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα.


Ο Λευκάδιος ήταν δύο χρονών, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Ιρλανδία. Τα παιδικά του χρόνια ήταν πικρά. Οι γονείς του χώρισαν, ο Λευκάδιος δεν τους ξαναείδε ποτέ και ανατράφηκε σαν ορφανό από την πλούσια και δεσποτική Sarah Brenane.

Σε ηλικία οκτώ ετών μαζί με την κηδεμόνα του.


Την οικογενειακή θαλπωρή που δεν γνώρισε, βρήκε στα βιβλία. Τα βιβλία ήταν για τον Λευκάδιο γονείς, συγγενείς και φίλοι. Η γνωριμία του με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τον εισήγαγε στη δική του αναγέννηση, όπως είπε ο ίδιος. Θεωρούσε ότι έχει περισσότερα κοινά με τους ανθρώπους του Νότου, τους Έλληνες, παρά με τους Αγγλοσάξoνες. Ζωγράφιζε, αγαπούσε την ποίηση, τα βιβλία που μιλούσαν για ταξίδια και περιπέτειες, ήταν ευαίσθητος, συμπαθητικός και ειλικρινής. Οι προσπάθειες της κηδεμόνος του να πάρει θρησκευτική ανατροφή αποδείχτηκαν άκαρπες. 
Στα δεκαέξι του χρόνια, όντας ήδη πολύ μύωπας, έχασε εξ αιτίας ενός ατυχήματος στο κολέγιο το αριστερό του μάτι. Η δυσμορφία αυτή είναι αρκετή για να τον απομονώσει η συντηρητική και θρησκόληπτη ιρλανδική κοινωνία. Η ζωή τού επιφύλαξε κι άλλες πικρές δοκιμασίες. Η περιουσία της πλούσιας προστάτιδας εξανεμίστηκε και ο Λευκάδιος αναγκάστηκε να σταματήσει τις σπουδές του. Ύστερα από μια μεγάλη αρρώστια, που τον καθήλωσε δύο χρόνια, έφυγε για το Λονδίνο. Εκεί έζησε ένα χρόνο σε μεγάλη φτώχεια, ώσπου κάποιος συγγενής τού έδωσε ένα μικρό ποσό και του υπέδειξαν να πάει στην Αμερική.


Στην Αμερική
Στα δεκαεννιά του βρέθηκε απένταρος στη Νέα Υόρκη. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στο Σινσινάτι του Οχάιο, όπου έζησε σε απόλυτη οικονομική εξαθλίωση. Το όραμα και ευγενικό πνεύμα του Λευκάδιου Χερν δεν καταβλήθηκαν από την πείνα, το κρύο και την έλλειψη στέγης. Έμπαινε σε βιβλιοθήκες για να διαβάσει και να ζεσταθεί! Για να εξοικονομήσει τα προς το ζην έκανε οποιαδήποτε δουλειά. Ένα διάστημα εργάστηκε σαν βοηθός ενός σύριου γυρολόγου.
Η γνωριμία του με τον τυπογράφο Henry Watkin βελτίωσε τα πράγματα, αφού με τη βοήθειά του βρήκε δουλειά σε κάποια εφημερίδα. Εργάστηκε ως στοιχειοθέτης και διορθωτής. Του έδωσαν το παρατσούκλι Old Semicolon, λόγω της μεγάλης προσοχής που έδινε και στην παραμικρή λεπτομέρεια.
Έγινε δημοσιογράφος και τα άρθρα του είχαν ασυνήθιστα θέματα για την εποχή εκείνη: τους έγχρωμους, τους φτωχούς και τους δυστυχείς που ζουν στο περιθώριο της ζωής. Ο Χερν δεν έκανε φυλετικές διακρίσεις και το 1874 παντρεύτηκε τη Μάτι Φόλεϊ. Ο γάμος του θεωρήθηκε σκάνδαλο, γιατί η σύζυγός του ήταν έγχρωμη, και του κόστισε τη θέση του στην εφημερίδα που εργαζόταν. Ο νόμος και ο κοινωνικός συντηρητισμός δεν έκαναν αποδεκτούς του μεικτούς γάμους.


Στο Σινσινάτι το 1873


Το 1874 άρχισε να εκδίδει με τον μεγάλο ζωγράφο Henry Farny ένα εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό, το Ye Giglampz, που έγραφαν και εικονογραφούσαν οι ίδιοι.

Το πρώτο τεύχος του περιοδικού Ye Giglampz


Έζησε στο Σινσινάτι και στη μαγευτική Νέα Ορλεάνη για είκοσι χρόνια. Εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά, δημοσίευσε μεταφράσεις έργων των Thophile Gautier, Guy de Maupassant, Pierre Loti, καθώς και μύθους και θρύλους διάφορων λαών και τόπων. Καταξιώθηκε στους αναγνώστες με το προσωπικό και γλαφυρό ύφος του και με την ποικιλία των θεμάτων του.
Στη Νέα Ορλεάνη ασχολήθηκε με την ιστορία των Κρεολών, την ιδιαίτερη κουζίνα της περιοχής, τα λαϊκά ήθη και έθιμα στο Βουντού και όλα όσα την αναδείκνυαν ως περιοχή με ιδιόρρυθμα ήθη και με άκρατο αισθησιασμό και που συγγενεύει περισσότερο με την Ευρώπη και την Καραϊβική, παρά με την υπόλοιπη Αμερική.

Ένα από τα βιβλία του στη Νέα Ορλεάνη: Gombo Zhèbes,
Little Dictionary of Creole Proverbs in Six Dialects (1885)


Είχε μεγάλο ενδιαφέρον για την κουζίνα. Μάλιστα η μεγαλύτερη νοσταλγία του στα χρόνια που έζησε στην Ιαπωνία ήταν για τα πεντανόστιμα φαγητά της Νέας Ορλεάνης. Το 1879 άνοιξε συνεταιρικά ένα εστιατόριο, το οποίο είχε ονομάσει The Hard Times. Το όνομα αποδείχτηκε προφητικό. Ο συνεταίρος του εξαφανίστηκε με όλα τα λεφτά.

Φωτογραφία της περιόδου της Νέας Ορλεάνης


Το 1887 πήγε στις Δυτικές Ινδίες, όπου έμεινε για δύο χρόνια, ως ανταποκριτής του αμερικάνικου περιοδικού Harper’s Magazine.



Ως ανταποκριτής αυτού του περιοδικού έφυγε στις 8 Μαΐου του 1890 για την Ιαπωνία, όπου έμελλε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Λίγο πριν αναχωρήσει για την Ιαπωνία.


Τα χρόνια στην Ιαπωνία
Μόλις έφτασε στην Ιαπωνία, έλυσε τη συνεργασία του με το Harper’s Magazine. Με τη βοήθεια του καθηγητή Βasil Hall Chamberlain και του Ίτζιτο Χαττόρι το καλοκαίρι βρήκε θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας στην πόλη Ματσουέ.

Το σπίτι που έζησε στο Ματσουέ σήμερα είναι μουσείο.


Στο πανέμορφο Ματσουέ των θρύλων έζησε δεκαπέντε μήνες. Σχετίστηκε στενά με τους κατοίκους, ανέπτυξε αδελφική φιλία με τον καθηγητή Νισίντα Σενταρό και το 1891 νυμφεύθηκε τη Σέτσου Κοϊζούμι, κόρη ενός σαμουράϊ της περιοχής, του οποίου η οικογένεια είχε ξεπέσει με τις θεμελιώδεις αλλαγές που έφερε ο εκσυγχρονισμός της Ιαπωνίας. Μαζί της δημιούργησε μια αγαπημένη οικογένεια και απέκτησε τέσσερα παιδιά.

© Koizumi Family
Στην φωτογραφία ο Λευκάδιος Χερν, η σύζυγός του Σέτσου και ο πρωτότοκος γιος τους, ο Καζουό. Ο Χερν αγαπούσε βαθύτατα τον Καζουό και είχε γράψει: «Κανείς δεν ξέρει τι είναι ζωή μέχρι να αποκτήσει παιδί και να το αγαπήσει. Τότε όλο το σύμπαν αλλάζει και τίποτα δεν είναι πια όπως πριν».




Άρθρα του δημοσιεύονταν στο The Atlantic Monthly και σε διάφορες εφημερίδες της Αμερικής και αντικατοπτρίζουν την ισχυρή έλξη που άσκησε η Ιαπωνία επάνω του. Εκδόθηκαν το 1894 με τίτλο Glimpses of Unfamiliar Japan. Το βιβλίο διδασκόταν για χρόνια στα ιαπωνικά σχολεία.






Το 1892 εγκαταστάθηκε στο Κουμαμότο, όπου δίδαξε επί τρία χρόνια σ’ ένα σχολείο μέσης εκπαίδευσης, διευθυντής του οποίου ήταν ο Κάνο Τζιγκορό, ο άνθρωπος που διέδωσε το τζίου τζούτσου στον δυτικό κόσμο.
Τον Οκτώβριο του 1894 εξασφάλισε μια θέση δημοσιογράφου στο αγγλόφωνο Kobè Chronicle. Οι συνθήκες στο Κομπέ από απόψεως υγιεινής ήταν άθλιες. Οι νικητές του πολέμου έφεραν μαζί τους από την Κίνα τη χολέρα, που θέρισε τρεις χιλιάδες ανθρώπους. Οι νεκρικές πυρές έκαιγαν ασταμάτητα στους λόφους γεμίζοντας την πόλη καπνό και οσμές. Ο Χερν έλεγε πως αυτό τον έκανε ν' αναλογίζεται ότι το κόστος καύσης ενός ανθρώπου του δικού του μεγέθους είναι ογδόντα σεν, δηλαδή μισό δολάριο.
Το 1896 έλαβε την ιαπωνική υπηκοότητα και πήρε το οικογενειακό όνομα της συζύγου του, Κοϊζούμι, και το προσωπικό όνομα Γιακούμο.


«Τώρα είμαι ιάπωνας υπήκοος, υιοθετημένος από την οικογένεια της συζύγου μου. Αυτό, σύμφωνα με τον ιαπωνικό νόμο, τακτοποιεί τα νομικά ζητήματα τα σχετικά με την περιουσία και τον γάμο. Έτσι, όταν πεθάνω, ο πρόξενος δεν θα μπορέσει ν' αγγίξει αυτά που ανήκουν στους δικούς μου ανθρώπους. Τα υπόλοιπα είναι σιωπή». 




Για τον Χερν ο σιντοϊσμός και ο βουδισμός ήταν τρόποι καθημερινής ατομικής και συλλογικής ζωής, θρησκείες που οι άνθρωποι τις πράττουν αντί απλώς να τις πιστεύουν. Ο ίδιος παρέμεινε αγνωστικιστής.




Το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο τού προσέφερε την έδρα του καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας, θέση που διατήρησε ως το 1903. Εγκαταστάθηκε στο Τόκυο όπου άρχισε η πιο λαμπρή και γόνιμη συγγραφική του περίοδος. Η κακή του όραση ποτέ δεν στάθηκε εμπόδιο στην εξερεύνηση των περιοχών της Ιαπωνίας που επισκέφθηκε ούτε στο συγγραφικό του όραμα.

Τόκυο, 1900


Δεν τον συγκινούσε καθόλου το να ζήσει σε μία μεγαλούπολη που εκσυγχρονιζόταν, αφήνοντας πίσω του τη μυστηριακή Ιαπωνία των θρύλων και των παραδόσεων με τα γιάσικι και τους αρχαίους ναούς. Ήταν μία θυσία που έκανε για την οικογένειά του, στην οποία ήταν βαθύτατα αφοσιωμένος.



Την άνοιξη του 1903, όπως το είχε προβλέψει, με κάποιο πρόσχημα τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Οι φοιτητές του διαμαρτυρήθηκαν έντονα και η θέση του επαναπροσφέρθηκε, αλλά με όρους που του ήταν αδύνατον να δεχτεί.

Τρία ζητήματα τον απασχολούσαν εκείνη την εποχή. Η επιθυμία του να επιστρέψει στη Δύση παρ' όλες τις προκαταλήψεις και τις συμβατικότητές της, η υγεία του που χειροτέρευε και το μέλλον της νεογέννητης κόρης του Σουτζούκο.

Το 1904 δέχτηκε τη θέση του καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα του Τόκυο. 

Οι τρεις γυιοί του Λευκάδιου Χερν στον εξώστη του σπιτιού
μπροστά από το γραφείο στη συνοικία Νίσι Όκουμπο του Τόκυο.


Πέθανε στο σπίτι του στο Τόκυο, στο Νίσι Όκουμπο, στις 26 Σεπτεμβρίου 1904 από ανακοπή, σε ηλικία 54 ετών και αποτεφρώθηκε σύμφωνα με το τελετουργικό.

Η κηδεία του Λευκάδιου Χερν


Η πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του γράφει:
Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε· του έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε –αλίμονο!– τον τάφο.


Ο καθηγητής  Βasil Hall Chamberlain είχε πει: «Διαβάζοντας τα κείμενά του αισθάνεται κανείς την αλήθεια αυτού που δήλωσε ο Richard Wagner: Alles verständniss kommt uns nur durch die Liebe “Ο μόνος τρόπος για να κατανοήσεις είναι να αγαπήσεις”. Αν ο Λευκάδιος Χερν κατανοεί βαθιά την Ιαπωνία και την κάνει κατανοητή περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα, είναι γιατί την αγαπάει βαθιά».

Δείτε ακόμα: 
Χρονολόγιο Λευκάδιου Χερν
από την έκθεση The Open Mind of Lafcadio Hearn in New Orleans 2012

Lafcadio Hearn's footprint in Matsue (video)


Οι φωτογραφίες προέρχονται από τα αρχεία της οικογένειας Κοϊζούμι και του κ. Τάκη Ευσταθίου, που είχαν την καλοσύνη να μου παραχωρήσουν την άδεια χρήσης τους.
The original photos are from the personal archives of Koizumi family and Takis Efstathiou, who were kind enough to let me use them.